Κατηγορία: Μ

Μουτζουκλαίου:

Κλαψουρίζω.

Όταν στά ‘λεγα δε μ’ άϊκγις! τώρα τί μ’ μουτζουκλαίς να σι λυπ’θού! δε σι λ’πάμι ντίπ.

Μαυρουψειριασμιένου:

Το παιδί που είναι γεμάτο ψείρες, εξού και μαύρο. Μειωτικά για αδύναμο καχεκτικό ταλαιπωριμένο παιδί.

Ατήρα αυτόνο του πιδάκ’ είνι ντίπ μαυρουψειριασμιένου του καημένου! να τ’ δώκουμι κατ’ να φάει.

 

Μπαμπανέτσα:

Παραδοσιακή πίτα της Ρούμελης χωρίς  φύλλο, με βάση το καλαμποκάλευρο και χόρτα άγρια.

Π’να σι πάρ’ κι να σι σκώς’ την ιέκαψις τη μπαμπανέτσα.

Μπίτσ’ε:

Τελείωσε.

Πάει του κρασί μπίτσ’ε, πάαινε να φιέρ’ς λίγου να πιούμι να τσουγκρίσουμι.

Μίνια:

Μία:

-Πόσις βολές πήγις στού καφινείου σιήμιρα;

-Μίνια!

Μουλόϊαμα:

Διήγηση.

Ατήρα ικεί απ’θα πάμι σαν μουσαφιραίοι, μη τρώς σα λιμασμένου κι μας μουλουγάν μιτά στού κόσμου!

Μπέλο αρνί:

Άσπρο αρνί.

Κάτω κει στην ποταμιά έβοσκαν καμπόσα αρνιά. Άλλα μπέλα κι άλλα ρούσα κάθομαν και τα κοιτούσα.

Σκωπτικό δημοτικό της αποκριάς της Δυτικής Μακεδονίας.

Μανουσάκι:

Νάρκισσος.

Εμένα η μάναμ’ μ’ έστειλε να μαζέψω μανουσάκια
Μανουσάκια, μανουσάκια μόσχος και γαρυφαλάκια.

Σρτοφή απ το γνωστό δημοτικό τραγούδι.

 

 

Μουνουχίζω:

Στειρώνω.

Μουνούχ’σα κι τούν τράγου κι ουόταν θα σφαχτεί δε θα μυρίζ’ ντίπ στου μαϊέρεμα.

error: Content is protected !!