Κουντράω, κουντριέμαι:

Κουτουλάω. Επίσης μεταφορικά δυλώνει στενότητα χώρου, συνωστισμό.

Είδις πως κουτριένται τα τραϊά; έίδες πως κουτουλάνε τα κερατά τους οι τράγοι;

Τι κουντριέμαστι έτσ’ εδώϊας; αϊ κάνι σ’ πέρα να πάρου λίγου ανάσα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!