Αβέρτο:

Το ανοιχτό μέρος, απλωσιά.

Να ρίξουμι κι αυτόν τούν τοίχου ιδωαϊάς, για να είνι αβέρτο κι νά’χουμι χώρου πουλύ, να χουράν κι δυό κριβάτια.

error: Content is protected !!